Οι υπογραφές είναι η πιο διαδεδομένη και νομικά δεσμευτική μορφή αναγνώρισης και ταυτοποίησης. Η πλαστογραφία ως έγκλημα σχετικό με τα υπομνήματα συναντάται συνήθως με την μορφή της πλαστογράφησης υπογραφής σε συμβόλαια, επιταγές, διαθήκες κλπ. Παρότι οι υπογραφές κατά βάση περιέχουν μόνο ένα σχετικά μικρό δείγμα γραφής, η αναγνώριση καθίσταται δυνατή από έναν δικαστικό γραφολόγο εξαιτίας της μοναδικότητας της και των προσωπικών χαρακτηριστικών που περιέχει. Συνεπώς, ένας εξειδικευμένος επιστήμονας μπορεί να διαπιστώσει την ταυτότητα του συγγραφέα και την αυθεντικότητα της υπογραφής.

Η παροχή ενός ικανοποιητικού αριθμού δειγμάτων υπογραφής - συνήθως απαιτούνται πάνω από τρία – κατά προτίμηση πλησιόχρονα της υπό εξέταση υπογραφής, είναι απαραίτητη προκειμένου ο δικαστικός γραφολόγος να μπορέσει να τα εξετάσει σε αντιπαραβολή με την υπό εξέταση υπογραφή.